βαθύκνημος

βᾰθῠ-κνημος, ον,
A with high mountain-spurs,

Πλαταιαί Nonn.D.4.336

.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • βαθύκνημος — with high mountain spurs masc/fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βαθυκνήμοιο — βαθύκνημος with high mountain spurs masc/fem/neut gen sg (epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βαθυκνήμους — βαθύκνημος with high mountain spurs masc/fem acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • κνημός — (5ος αι. π.Χ.). Σπαρτιάτης ναύαρχος. Ανέπτυξε δράση στον Πελοποννησιακό πόλεμο και το 430 π.Χ., επικεφαλής εκατό σκαφών, αποβιβάστηκε στη Ζάκυνθο λεηλατώντας τα παράλιά της. Στη συνέχεια πολιόρκησε τη Στράτο αλλά ηττήθηκε και υποχώρησε στην… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.